Περιγραφή
Νέα Έκδοση από την ASTbooks: «Διεθνής Φορολογία 2026:
Φορολογία Εισοδήματος, ΦΠΑ και Διοικητική Συνεργασία»
Η ASTbooks παρουσιάζει τη νέα δίτομη έκδοση «Διεθνής Φορολογία 2026: Φορολογία Εισοδήματος, ΦΠΑ και Διοικητική Συνεργασία», ένα ολοκληρωμένο επιστημονικό έργο που φιλοδοξεί να αποτελέσει βασικό σημείο αναφοράς για λογιστές, φοροτεχνικούς, δικηγόρους, νομικούς συμβούλους, στελέχη επιχειρήσεων, ερευνητές και φοιτητές.
Σε μια εποχή όπου η διεθνής φορολογία μετασχηματίζεται με ταχύτατους ρυθμούς υπό την επίδραση των πρωτοβουλιών του ΟΟΣΑ, των ενωσιακών οδηγιών, της ψηφιακής οικονομίας και της ενισχυμένης διοικητικής συνεργασίας μεταξύ κρατών, η ανάγκη για ολοκληρωμένη και πρακτική πληροφόρηση καθίσταται περισσότερο αναγκαία από ποτέ.
Η έκδοση αποτελείται από δύο αλληλοσυμπληρούμενους τόμους.
ΤΟΜΟΣ Α΄: Φορολογία Εισοδήματος, ΦΠΑ και Διοικητική Συνεργασία
Ο πρώτος τόμος αναλύει σε βάθος το σύγχρονο πλαίσιο της διεθνούς φορολογίας και καλύπτει μεταξύ άλλων:
- Τις βασικές αρχές της Διεθνούς Φορολογίας και τις Συμβάσεις Αποφυγής Διπλής Φορολογίας (ΣΑΔΦ).
- Τις εξελίξεις του έργου BEPS του ΟΟΣΑ και το νέο πλαίσιο BEPS 2.0.
- Τον παγκόσμιο ελάχιστο φόρο 15% και τις σύγχρονες διεθνείς φορολογικές μεταρρυθμίσεις.
- Τη φορολογική κατοικία φυσικών και νομικών προσώπων.
- Τα ειδικά καθεστώτα προσέλκυσης φορολογικών κατοίκων εξωτερικού (άρθρα 5Α, 5Β και 5Γ ΚΦΕ).
- Τη φορολογία μερισμάτων, τόκων, δικαιωμάτων, ακινήτων και λοιπών εισοδημάτων με διεθνή διάσταση.
- Την πίστωση φόρου αλλοδαπής, τις ελεγχόμενες αλλοδαπές εταιρείες (CFCs), το Exit Tax και τις υβριδικές ασυμφωνίες.
- Το Transfer Pricing, τον Φάκελο Τεκμηρίωσης και τις διαδικασίες APA.
- Τη Διοικητική Συνεργασία μεταξύ φορολογικών αρχών και την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών.
- Το ευρωπαϊκό σύστημα ΦΠΑ στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές.
- Τα καθεστώτα OSS και IOSS, τις ηλεκτρονικές πλατφόρμες (marketplaces) και το ηλεκτρονικό εμπόριο.
- Τις αλυσιδωτές και τριγωνικές συναλλαγές στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Κάθε ενότητα συνοδεύεται από παραδείγματα, συγκριτικούς πίνακες, ερμηνευτικές προσεγγίσεις, νομολογία και διοικητικές οδηγίες, προσφέροντας ένα ολοκληρωμένο εργαλείο κατανόησης και εφαρμογής της νομοθεσίας.
ΤΟΜΟΣ Β΄: Συμβάσεις Αποφυγής Διπλής Φορολογίας της Ελλάδας
Ο δεύτερος τόμος συγκεντρώνει το πλήρες δίκτυο των Συμβάσεων Αποφυγής Διπλής Φορολογίας που έχει συνάψει η Ελλάδα, αποτελώντας ένα πρακτικό εργαλείο αναφοράς για κάθε επαγγελματία της διεθνούς φορολογίας.
Περιλαμβάνει:
- Πλήρες κείμενο όλων των ισχυουσών ΣΑΔΦ της Ελλάδας.
- Πλήρη και επικαιροποιημένα κείμενα των κυρωτικών νόμων
- Διατάξεις για τη φορολογική κατοικία φυσικών και νομικών προσώπων
- Κανόνες για τη μόνιμη εγκατάσταση επιχειρήσεων
- Φορολόγηση μερισμάτων, τόκων και δικαιωμάτων (royalties)
- Φορολόγηση εισοδημάτων από εργασία, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα
- Διατάξεις αποφυγής διπλής φορολογίας και πίστωσης φόρου
- Διαδικασίες αμοιβαίου διακανονισμού μεταξύ κρατών
- Ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών
Με τον συνδυασμό θεωρητικής ανάλυσης, πρακτικής εφαρμογής και πλήρους παράθεσης των διεθνών φορολογικών συμβάσεων της Ελλάδας, το δίτομο έργο «Διεθνής Φορολογία 2026» φιλοδοξεί να αποτελέσει μία από τις πληρέστερες ελληνικές εκδόσεις στον τομέα της διεθνούς φορολογίας.
Επιστημονική ομάδα ASTbooks
ISBN Α’ ΤΟΜΟΣ: 978-618-209-149-4
ISBN Β’ ΤΟΜΟΣ: 978-618-209-150-0
ISBN SET: 978-618-209-151-7
Σύνολο σελ.: 1509
Λεπτομέρειες Ά Τόμος
Παρακράτηση φόρου από την αλλοδαπή εταιρεία:
Σε περίπτωση που ο φόρος επί των εισοδημάτων ημεδαπής ανώνυμης εταιρείας από την παροχή υπηρεσιών στην αλλοδαπή παρακρατείται από την αλλοδαπή εταιρεία κατά την εξόφληση των τιμολογίων, δηλαδή στο επόμενο φορολογικό έτος από αυτό εντός του οποίου υπήχθησαν σε φορολογία τα υπόψη εισοδήματα στην Ελλάδα, ο παρακρατηθείς φόρος εκπίπτει από τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος του επόμενου αυτού έτους, υποβάλλοντας και τη σχετική βεβαίωση της αρμόδιας αλλοδαπής φορολογικής αρχής.
Αν, όμως, η παρακράτηση γίνει μέσα στην προθεσμία υποβολής της δήλωσης της ημεδαπής επιχείρησης, τότε αυτή δικαιούται να αφαιρέσει τον παρακρατηθέντα φόρο από τον αναλογούντα φόρο της δήλωσης αυτής.
(σχετ. ΠΟΛ.1060/2015)
Πίστωση φόρου αλλοδαπής και ΣΑΔΦ:
Επισημαίνεται ότι δεν πραγματοποιείται πίστωση φόρου όταν υφίσταται ΣΑΔΦ, εφόσον από τις διατάξεις της οικείας ΣΑΔΦ προβλέπεται ότι το συγκεκριμένο εισόδημα απαλλάσσεται από το φόρο στην αλλοδαπή και φορολογείται μόνο στην Ελλάδα. Επίσης, στην περίπτωση που στην αλλοδαπή επιβλήθηκε υψηλότερος φορολογικός συντελεστής από αυτόν που ορίζεται από τις διατάξεις της οικείας ΣΑΔΦ, θα πιστώνεται μόνο ο φόρος που προκύπτει βάσει του συντελεστή που ορίζεται στη διμερή ΣΑΔΦ. (σχετ. ΠΟΛ.1067/2015)
Εισπραττόμενα μερίσματα ημεδαπής μητρικής εταιρείας από ημεδαπή ή αλλοδαπή θυγατρική της με έδρα σε άλλο κ-μ της ΕΕ:
Για τα μερίσματα που εισπράττει ημεδαπή μητρική εταιρεία από ημεδαπή ή αλλοδαπή θυγατρική της, η οποία έχει την έδρα της σε κ-μ της ΕΕ, και όταν δεν εφαρμόζεται η απαλλαγή του άρθρου 48 ΚΦΕ σχετικά με τα ενδοομιλικά μερίσματα, εφαρμόζονται τα εξής:
Από τον φόρο εισοδήματος της ημεδαπής μητρικής εκπίπτουν:
- Ο αναλογών φόρος εισοδήματος του διανέμοντος νομικού προσώπου (ημεδαπού ή αλλοδαπού εντός ΕΕ), κατά το μέρος που αφορά στα διανεμόμενα κέρδη, και
- Ο παρακρατηθείς φόρος επί του μερίσματος, εφόσον επιβλήθηκε.
Η ισχύουσα ρύθμιση περιορίζει την έκπτωση μόνο στον «αναλογούντα» φόρο και όχι στον συνολικό «καταβληθέντα» φόρο του διανέμοντος νομικού προσώπου.
Το μέρισμα καταχωρείται μικτό, δηλαδή στο καθαρό ποσό που εισπράττεται, προστίθενται ο αναλογών φόρος που αφορά τα διανεμόμενα κέρδη και ο παρακρατηθείς φόρος επί του μερίσματος. Το μικτό ποσό χρησιμοποιείται για την ορθή εφαρμογή της έκπτωσης των φόρων.
Κατά την εφαρμογή της μεθόδου πίστωσης φόρου (άρθρο 68 παρ. 3 ΚΦΕ):
- Πρώτα εκπίπτει ο παρακρατηθείς φόρος,
- κατόπιν το μέρος του αναλογούντος φόρου εισοδήματος του διανέμοντος που αφορά στα διανεμόμενα κέρδη.
Η πίστωση περιορίζεται μέχρι του ποσού φόρου που αναλογεί στα συγκεκριμένα εισοδήματα, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία.
Ως αναλογών φόρος νοείται ο φόρος που αντιστοιχεί στο μέρος των φορολογητέων κερδών του διανέμοντος νομικού προσώπου που αφορά τα διανεμόμενα κέρδη, αφού ληφθούν υπόψη τυχόν απαλλαγές ή εκπτώσεις φόρου (εκτός των περ. α΄-γ΄ του άρθρου 68 παρ. 3 ΚΦΕ), και πάντοτε με την επιφύλαξη του άρθρου 9 παρ. 2 ΚΦΕ για τον φόρο αλλοδαπής.
Οι ανωτέρω κανόνες εφαρμόζονται και στη διανομή κερδών προηγούμενων χρήσεων. Σε αυτή την περίπτωση ο αναλογών φόρος υπολογίζεται με τον ισχύοντα συντελεστή φορολογίας επί του εισοδήματος που αφορά η διανομή, και το μικτό ποσό του μερίσματος διαμορφώνεται από το καθαρό εισπραττόμενο μέρισμα, προσαυξημένο με τον ως άνω υπολογιζόμενο αναλογούντα φόρο και τον τυχόν παρακρατηθέντα φόρο.
Ειδικά για τα μερίσματα που εισπράττει ημεδαπή μητρική εταιρεία από ημεδαπή ή αλλοδαπή θυγατρική της με έδρα σε άλλο κ-μ της ΕE, όταν δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 48 ΚΦΕ περί απαλλαγής από το φόρο των ενδοομιλικών μερισμάτων, από το ποσό του φόρου εκπίπτει:
- το ποσό του φόρου που καταβλήθηκε ως φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων για λογαριασμό της ημεδαπής ή της αλλοδαπής θυγατρικής της εταιρείας αντίστοιχα, για τα εν λόγω μερίσματα, καθώς και
- το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε ως φόρος επί του μερίσματος.
Προσοχή!
- Τα ανωτέρω για τα μερίσματα ισχύουν όταν δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 48 ΚΦΕ περί απαλλαγής από το φόρο των ενδοομιλικών μερισμάτων
- Το ποσό των εισπραττόμενων μερισμάτων καταχωρείται μικτό στα βιβλία του νομικού προσώπου με την προσθήκη του φόρου που καταβλήθηκε και του φόρου που παρακρατήθηκε, προκειμένου στη συνέχεια να γίνει η σχετική έκπτωση.
- Σε περίπτωση που για τα εισπραττόμενα μερίσματα από ημεδαπό νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα εφαρμόζεται η μέθοδος της πίστωσης του φόρου, σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. γ’ της παρ. 3 του άρθρου 68 ΚΦΕ και τις οδηγίες που έχουν δοθεί με τις ΠΟΛ.1060/2015 και ΠΟΛ.1121/2015, ο συμψηφισμός του φόρου που καταβλήθηκε ως φόρος εισοδήματος νομικού προσώπου, περιορίζεται με βάση το ύψος του συντελεστή που εφαρμόζεται στο νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που λαμβάνει αυτά. (σχετ. ΔΕΑΦ Β 1089508 ΕΞ 2015)
Γενικός κανόνας για τα νομικά πρόσωπα:
Η μέθοδος της πίστωσης του φόρου αλλοδαπής εφαρμόζεται κατά περίπτωση, ανάλογα με το αν προκύπτει χρεωστικό ή πιστωτικό υπόλοιπο φόρου μετά την αφαίρεση του παρακρατηθέντος και προκαταβληθέντος φόρου των περ. α) και β) της παρ. 3 του άρθρου 68 ΚΦΕ.
Σε περίπτωση που προκύπτει πιστωτικό υπόλοιπο με βάση τα ανωτέρω, τότε η μέθοδος της πίστωσης του φόρου αλλοδαπής δεν εφαρμόζεται και δεν εκπίπτει κανένα ποσό φόρου αλλοδαπής.
Σε περίπτωση που προκύπτει χρεωστικό υπόλοιπο με βάση τα ανωτέρω προκειμένου για την εφαρμογή της μεθόδου της πίστωσης φόρου αλλοδαπής, υπολογίζουμε το φόρο που αναλογεί για το μικτό εισόδημα αλλοδαπής στην Ελλάδα, καθώς αυτό είναι το ανώτατο ποσό που δύναται να εκπέσει η εταιρεία από το φόρο.
Κατόπιν διακρίνουμε τις εξής περιπτώσεις:
- Αν ο φόρος που αναλογεί για το μικτό εισόδημα αλλοδαπής στην Ελλάδα είναι μικρότερος από το χρεωστικό υπόλοιπο, τότε εκπίπτει μέχρι το ποσό αυτό.
- Αν ο φόρος που αναλογεί για το μικτό εισόδημα αλλοδαπής στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερος από το χρεωστικό υπόλοιπο, τότε εκπίπτει μέχρι το ποσό του χρεωστικού υπολοίπου.
2.10.2 Καθορισμός δικαιολογητικών εγγράφων για την πίστωση φόρου αλλοδαπής
Κάθε φορολογούμενος που έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα και κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους αποκτά εισόδημα στην αλλοδαπή, για το οποίο έχει φορολογηθεί στην αλλοδαπή, προκειμένου να τύχει της μείωσης του φόρου εισοδήματος της παρ. 1 του άρθρου 9 ΚΦΕ, με την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος υποχρεούται να συνυποβάλει τα ακόλουθα δικαιολογητικά:
- Για τις χώρες με τις οποίες υπάρχει ΣΑΔΦ, βεβαίωση της αρμόδιας φορολογικής αρχής, από την οποία να προκύπτει ο φόρος που καταβλήθηκε στην αλλοδαπή.
- Για τις λοιπές χώρες, με τις οποίες δεν υφίσταται ΣΑΔΦ, βεβαίωση της αρμόδιας φορολογικής αρχής ή Ορκωτού Ελεγκτή.
- Σε περίπτωση παρακράτησης φόρου από νομικό ή φυσικό πρόσωπο, απαιτείται βεβαίωση από το πρόσωπο αυτό, θεωρημένη από την αρμόδια φορολογική αρχή ή βεβαίωση Ορκωτού Ελεγκτή.
Εξαίρεση: Η θεώρηση αυτή δεν απαιτείται όταν η παρακράτηση διενεργείται από δημόσιο φορέα, ασφαλιστικό οργανισμό ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα.
Η βεβαίωση της αρμόδιας φορολογικής αρχής θα πρέπει να φέρει την επισημείωση της Χάγης (ν.1497/1984), εφόσον το αλλοδαπό κράτος εμπίπτει στην κατάσταση των κρατών που έχουν προσχωρήσει στη Σύμβαση της Χάγης, όπως έχει συμπληρωθεί και ισχύει. Για τα κράτη τα οποία δεν έχουν προσχωρήσει στην ανωτέρω Σύμβαση, ισχύει η προξενική θεώρηση. Η σχετική βεβαίωση υποβάλλεται πρωτότυπη και απαιτείται η επίσημη μετάφρασή της στην Ελληνική γλώσσα. (σχετ. ΠΟΛ.1026/2014)
2.10.3 Παράδειγμα πίστωσης φόρου αλλοδαπής
Η μέθοδος της πίστωσης του φόρου αλλοδαπής εφαρμόζεται κατά περίπτωση, ανάλογα με το αν προκύπτει χρεωστικό ή πιστωτικό υπόλοιπο φόρου μετά την αφαίρεση του παρακρατηθέντος και προκαταβληθέντος φόρου των περ. α) και β) της παρ. 3 του άρθρου 68 ΚΦΕ.
Σε περίπτωση που προκύπτει πιστωτικό υπόλοιπο με βάση τα ανωτέρω, τότε η μέθοδος της πίστωσης του φόρου αλλοδαπής δεν εφαρμόζεται και δεν εκπίπτει κανένα ποσό φόρου αλλοδαπής.
Σε περίπτωση που προκύπτει χρεωστικό υπόλοιπο με βάση τα ανωτέρω, προκειμένου για την εφαρμογή της μεθόδου της πίστωσης φόρου αλλοδαπής, υπολογίζουμε το φόρο που αναλογεί για το μικτό εισόδημα αλλοδαπής στην Ελλάδα.
Έστω η εταιρεία ΑΛΦΑ ΕΠΕ έχει τα εξής στοιχεία για τη χρήση 20Χ0
| Εισόδημα προηγ. χρήσης (σ.σ. 20Χ0) |
130.000 € |
| Φ.Ε. χρήσης |
22% |
28.600 € |
| Προκαταβολή Φ.Ε. επόμενης χρήσης |
80% |
22.880 € |
Την επόμενη χρήση (σ.σ. 20Χ1), η εταιρεία έχει φορολογητέα έσοδα ύψους 185.000 € που κατανέμονται ως εξής:
| Εισόδημα Ημεδαπής |
300.000 € |
| Εισόδημα Αλλοδαπής |
85.000 € |
| Σύνολο |
385.000 € |
Ξεχωρίζουμε τρείς περιπτώσεις:
1η περίπτωση:
Η εταιρεία στη χρήση 20Χ1 παρουσίασε φορολογητέα κέρδη 250.000 € επί των οποίων αναλογεί φόρος με συντελεστή 22% δηλαδή: 55.000 €
Για το ποσό των 85.000 € έχει παρακρατηθεί φόρος σύμφωνα με τις διατάξεις του αλλοδαπού κράτους ύψους 17.000 €.
Ο φόρος για το συγκεκριμένο εισόδημα στην Ελλάδα ανέρχεται στο ποσό των 18.700 € (=85.000 x 22%) > 17.000 €.
Άρα ο συνολικός φόρος είναι:
| Αναλογούν φόρος: |
55.000 € |
| (-) Προκαταβολή φόρου από προηγ. χρήση: |
28.600 € |
| Σύνολο φόρου |
26.400 € |
Στην περίπτωση αυτή, ο φόρος που αναλογεί για το μικτό εισόδημα αλλοδαπής στην Ελλάδα (δηλ. 17.000 €) είναι μικρότερος από το χρεωστικό υπόλοιπο (26.400 €), συνεπώς εκπίπτει μέχρι το ποσό αυτό. Άρα ο φόρος που πρέπει να καταβληθεί είναι:
| Χρεωστικό υπόλοιπο: |
26.400 € |
| (-) Φόρος αλλοδαπής: |
17.000 € |
| Φόρος προς καταβολή |
9.400 € |
2η περίπτωση:
Η εταιρεία στη χρήση 20Χ1 παρουσίασε φορολογητέα κέρδη 250.000 € επί των οποίων αναλογεί φόρος με συντελεστή 22% δηλαδή: 55.000 €
Για το ποσό των 85.000 € έχει παρακρατηθεί φόρος σύμφωνα με τις διατάξεις του αλλοδαπού κράτους ύψους 25.500 €.
Ο φόρος για το συγκεκριμένο εισόδημα στην Ελλάδα ανέρχεται στο ποσό των 18.700 € (=85.000 x 22%) < 25.500 €.
Άρα ο συνολικός φόρος είναι:
| Αναλογούν φόρος: |
55.000 € |
| (-) Προκαταβολή φόρου από προηγ. χρήση: |
28.600 € |
| Σύνολο φόρου |
26.400 € |
Συνεπώς το ανώτατο όριο φόρου που δύναται να εκπέσει περιορίζεται στις 18.700 €. Άρα ο συνολικός φόρος είναι:
| Χρεωστικό υπόλοιπο: |
26.400 € |
| (-) Φόρος αλλοδαπής: |
18.700 € |
| Φόρος προς καταβολή |
7.700 € |
Η διαφορά 25.500 – 18.700 = 6.800 € δεν επιστρέφεται ως πιστωτικό υπόλοιπο, καθόσον σε αντίθετη περίπτωση (επιστροφής) δεν θα είχαμε επιστροφή φόρου, αφού αυτός δεν θα είχε αποδοθεί προηγουμένως στο Ελληνικό Δημόσιο (όπως συμβαίνει με τους παρακρατούμενους ή την προκαταβολή), αλλά απλώς μία καταβολή ποσού από το Δημόσιο προς το νομικό πρόσωπο μη προβλεπόμενη από το νόμο.
3η περίπτωση:
Η εταιρεία στη χρήση 20Χ1 παρουσίασε φορολογητέα κέρδη 100.000 € επί των οποίων αναλογεί φόρος με συντελεστή 22% δηλαδή: 22.000 €
Για το ποσό των 85.000 € έχει παρακρατηθεί φόρος σύμφωνα με τις διατάξεις του αλλοδαπού κράτους ύψους 17.000 €.
Ο φόρος για το συγκεκριμένο εισόδημα στην Ελλάδα ανέρχεται στο ποσό των 18.700 € (=85.000 x 22%) > 17.000 €.
Άρα ο συνολικός φόρος είναι:
| Αναλογούν φόρος: |
22.000 € |
| (-) Προκαταβολή φόρου από προηγ. χρήση: |
28.600 € |
| Σύνολο φόρου (πιστωτικό) |
– 6.600 € |
Στη περίπτωση αυτή στην οποία προκύπτει πιστωτικό υπόλοιπο, η μέθοδος της πίστωσης του φόρου αλλοδαπής δεν εφαρμόζεται και δεν εκπίπτει κανένα ποσό φόρου αλλοδαπής.
2.11 Δαπάνες αλλοδαπού νομικού προσώπου
Στην περίπτωση αλλοδαπού νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας που δεν έχει τη φορολογική του κατοικία στην Ελλάδα και φορολογείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 47 και 58 ΚΦΕ, ανεξάρτητα από το αν αποκτά ή όχι μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα (ΠΟΛ.1069/2015), το σύνολο των δαπανών εκπίπτει με τις προϋποθέσεις που ορίζονται με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 ΚΦΕ, όπως έχει διευκρινιστεί με την ΠΟΛ.1113/2015.
Περαιτέρω, όπως έχει διευκρινιστεί με την ΠΟΛ.1138/2015, αλλοδαπά νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες κερδοσκοπικού χαρακτήρα που αποκτούν στην Ελλάδα εισόδημα από ακίνητη περιουσία, ανεξάρτητα από το αν αποκτούν ή όχι μόνιμη εγκατάσταση στη χώρα μας, εκπίπτουν το σύνολο των δαπανών τους με τις προϋποθέσεις που ορίζονται με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 ΚΦΕ.
2.12 Αμοιβές που καταβάλλονται σε αλλοδαπές εταιρείες για την παραχώρηση του δικαιώματος εκμετάλλευσης ταινιών
Οι ημεδαπές εταιρείες εκμετάλλευσης κινηματογραφικών ταινιών, στα πλαίσια της συνεργασίας τους με εταιρείες παραγωγών στο εξωτερικό, καταβάλλουν σε αυτές ένα ελάχιστο ποσό δικαιωμάτων (minimum guarantee), προκειμένου να αποκτήσουν τα αποκλειστικά δικαιώματα εκμετάλλευσης μιας ταινίας στην Ελλάδα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (μεγαλύτερο του ενός έτους). Το ποσό των πιο πάνω δικαιωμάτων συνήθως καταβάλλεται στην αλλοδαπή εταιρεία και αποτελεί προϋπόθεση και όρο για την ανάληψη της εκμετάλλευσης της ταινίας στην Ελλάδα, ενώ η ταινία πρόκειται να παραδοθεί στις ημεδαπές εταιρείες για εκμετάλλευση μετά από 2-3 χρόνια. Κατά την καταβολή του εν λόγω ποσού πιστώνεται στα βιβλία ο αλλοδαπός δικαιούχος (λογ. 50 «Προμηθευτές») με χρέωση του λογαριασμού 33.93 «Προκαταβολές minimum guarantee» και κατά το χρόνο αυτό διενεργείται παρακράτηση φόρου 20% με βάση τις διατάξεις των άρθρων 38 και 64 ΚΦΕ.
Η καταβολή των πιο πάνω ποσών δεν συνοδεύεται από αντίστοιχο έσοδο (εκμετάλλευση της ταινίας). Στη συνέχεια, όταν αρχίσει η εκμετάλλευση της ταινίας, η ημεδαπή εταιρεία εκμετάλλευσης δεσμεύεται, βάσει των πιο πάνω συμβολαίων, να αποδίδει κάθε χρόνο και δικαιώματα επί των εσόδων της στην παραγωγό εταιρεία, τα οποία διαφοροποιούνται ανάλογα με το ποσό της εκμετάλλευσης (κινηματογράφος, video, τηλεόραση, κλπ.). Επειδή όμως τα δικαιώματα αυτά συμψηφίζονται με το καταβληθέν κατά τα ως άνω ελάχιστο δικαίωμα (minimum guarantee), οι εταιρείες προβαίνουν σε καταβολές των δικαιωμάτων αυτών, μόνο κατά το ποσό που τυχόν υπερβαίνουν το καταβληθέν πιο πάνω ποσό. Κατά συνέπεια, τα ως άνω ελάχιστα ποσά δικαιωμάτων συνιστούν κατ’ ουσία εγγυημένη προκαταβολή για την παραχώρηση του δικαιώματος εκμετάλλευσης των σχετικών κινηματογραφικών ταινιών.
Από τα ανωτέρω προκύπτει, σύμφωνα με το υπ’ αριθ. πρωτ. ΔΕΑΦ Β 1087150 ΕΞ 2015 έγγραφο, ότι οι ημεδαπές εταιρείες εκμετάλλευσης κινηματογραφικών ταινιών δεν αποσβένουν τα ελάχιστα ποσά δικαιωμάτων (minimum guarantee) ως άυλα περιουσιακά στοιχεία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 24 ΚΦΕ, ούτε ως έξοδα πολυετούς απόσβεσης, δεδομένου ότι με την καταβολή των εν λόγω ποσών δεν μεταβιβάζεται στις εταιρείες αυτές η κυριότητα του άυλου στοιχείου, υπό την έννοια ότι οι αλλοδαπές εταιρείες δεν αποξενώνονται από το δικαίωμα των κινηματογραφικών ταινιών. Επομένως, τα ελάχιστα ποσά δικαιωμάτων (minimum guarantee), εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα του φορολογικού έτους που αφορούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 ΚΦΕ. Σε περίπτωση που τα προκύπτοντα δικαιώματα με βάση τα έσοδα από την εκμετάλλευση της ταινίας ενός έτους είναι τελικά μεγαλύτερα από το ποσό του minimum guarantee που αφορά το συγκεκριμένο φορολογικό έτος, η διαφορά επίσης θα εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα του έτους αυτού.
2.13 Δαπάνες που καταβάλλονται σε εταιρείες με έδρα σε μη συνεργάσιμα[1] ή με προνομιακό φορολογικό καθεστώς κράτη[2]
Με τις διατάξεις της περ. ιγ’ του άρθρου 23 ΚΦΕ ορίζεται ότι δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα των φυσικών προσώπων που αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, καθώς και των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων το σύνολο των δαπανών που καταβάλλονται προς φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που είναι:
- φορολογικός κάτοικος σε κράτος μη συνεργάσιμο ή
- υπόκειται σε προνομιακό φορολογικό καθεστώς,
σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65 ΚΦΕ εκτός εάν ο φορολογούμενος αποδείξει ότι οι δαπάνες αυτές αφορούν πραγματικές και συνήθεις συναλλαγές και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταφορά κερδών ή εισοδημάτων ή κεφαλαίων με σκοπό τη φοροαποφυγή ή τη φοροδιαφυγή (μαχητό τεκμήριο).
Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν αποκλείει την έκπτωση των δαπανών που καταβάλλονται προς φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που είναι φορολογικός κάτοικος σε κ-μ της ΕΕ ή του ΕΟΧ, εφόσον υπάρχει η νομική βάση για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Ελλάδας και αυτού του κ-μ.
Επομένως, και σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που δόθηκαν με την ΠΟΛ.1197/2016, οι δαπάνες που καταβάλλονται σε φορολογικό κάτοικο κράτους το οποίο, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 65, χαρακτηρίζεται ως κράτος μη συνεργάσιμο ή με προνομιακό φορολογικό καθεστώς δεν εκπίπτουν κατ’ αρχήν από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων, εκτός εάν ο φορολογούμενος αποδείξει ότι αφορούν πραγματικές και συνήθεις συναλλαγές και δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μεταφορά κερδών ή εισοδημάτων ή κεφαλαίων με σκοπό τη φοροαποφυγή ή τη φοροδιαφυγή, και επιπλέον πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 22 και 23.
Αντιθέτως, οι δαπάνες που καταβάλλονται σε φορολογικό κάτοικο κ-μ της ΕΕ ή του ΕΟΧ, το οποίο χαρακτηρίζεται με βάση τις ίδιες διατάξεις ως κράτος με προνομιακό φορολογικό καθεστώς και με το οποίο υπάρχει η νομική βάση για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Ελλάδας και αυτού του κ-μ, κατ’ αρχήν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων, εφόσον πληρούνται οι γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 22 ΚΦΕ για την εκπεσιμότητα των δαπανών. Σε περίπτωση όμως αμφισβήτησης, η αρμόδια ελεγκτική αρχή απευθύνει τεκμηριωμένο αίτημα
[1] Σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 65 ΚΦΕ, μη συνεργάσιμα κράτη είναι εκείνα που δεν είναι κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η κατάστασή τους, σχετικά με τη διαφάνεια και την ανταλλαγή των πληροφοριών σε φορολογικά θέματα, έχει εξεταστεί από τον ΟΟΣΑ και δεν έχει χαρακτηριστεί “ως σε μεγάλο βαθμό συμμορφούμενη”, και τα οποία:
α) δεν έχουν συνάψει και δεν εφαρμόζουν με την Ελλάδα σύμβαση διοικητικής συνδρομής στο φορολογικό τομέα ή δεν έχουν υπογράψει την Κοινή Σύμβαση Συμβουλίου της Ευρώπης – ΟΟΣΑ για αμοιβαία διοικητική συνδρομή σε φορολογικά θέματα και
β) δεν έχουν δεσμευθεί για αυτόματη ανταλλαγή χρηματοοικονομικών πληροφοριών με έναρξη το έτος 2018, το αργότερο.
[2] Σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 65 ΚΦΕ το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα θεωρείται ότι υπόκειται σε προνομιακό φορολογικό καθεστώς σε κράτος εκτός της Ελλάδας, όταν η φορολογική κατοικία τους βρίσκεται σε οποιοδήποτε κράτος, ακόμη και σε κ-μ της ΕΕ, εάν σε αυτό το κράτος:
α) δεν υπόκειται σε φορολογία ή, εάν υπόκειται, δεν φορολογείται εν τοις πράγμασι, ή
β) υπόκειται σε φόρο επί των κερδών ή των εισοδημάτων ή του κεφαλαίου, του οποίου ο συντελεστής είναι ίσος ή κατώτερος από το 60% του συντελεστή φορολογίας νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, ο οποίος θα οφειλόταν σύμφωνα με τις διατάξεις της ελληνικής φορολογικής νομοθεσίας, εάν ήταν φορολογικός κάτοικος ή διατηρούσε μόνιμη εγκατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 6 ΚΦΕ στην Ελλάδα.
Λεπτομέρειες ΄Β Τόμος
Άρθρο 13 – Ωφέλεια από κεφάλαιο
- Ωφέλεια που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους από την εκποίηση ακινήτου περιουσίας, που αναφέρεται στο Άρθρο 6 και βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογείται σε αυτό το άλλο Κράτος.
- Ωφέλεια από την εκποίηση κινητής περιουσίας που αποτελεί μέρος της επιχειρηματικής περιουσίας μιας μόνιμης εγκατάστασης που διατηρεί μια επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου Κράτους στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος ή κινητής περιουσίας που ανήκει σε καθορισμένη βάση την οποία κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, διατηρεί στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος για τον σκοπό της παροχής ανεξάρτητων προσωπικών υπηρεσιών, περιλαμβανομένης της ωφέλειας από την εκποίηση μιας τέτοιας μόνιμης εγκατάστασης (μόνης ή μαζί με όλη την επιχείρηση) ή μιας τέτοιας καθορισμένης βάσης, μπορεί να φορολογείται σε αυτό το άλλο Κράτος.
- Ωφέλεια από την εκποίηση πλοίων ή αεροσκαφών, που εκτελούν διεθνείς μεταφορές, ή κινητή περιουσία, που συνδέεται με την εκμετάλλευση αυτών των πλοίων ή αεροσκαφών, φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο φορολογούνται τα κέρδη από την εκμετάλλευση των εν λόγω πλοίων ή αεροσκαφών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 8 της Σύμβασης αυτής.
- Ωφέλεια από την εκποίηση οποιασδήποτε περιουσίας εκτός από εκείνη που αναφέρεται στις παραγράφους 1, 2 και 3 φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος του οποίου κάτοικος είναι ο εκποιών.
Άρθρο 14 – Ανεξάρτητες προσωπικές υπηρεσίες
- Εισόδημα που αποκτάται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους για παροχή επαγγελματικών υπηρεσιών ή άλλων ανεξάρτητων δραστηριοτήτων φορολογείται μόνο σε αυτό το Κράτος εκτός αν αυτός διατηρεί κατά συνήθη τρόπο καθορισμένη βάση στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος για το σκοπό της άσκησης των δραστηριοτήτων του. Αν αυτός διατηρεί μια τέτοια καθορισμένη βάση, το εισόδημα μπορεί να φορολογείται στο άλλο Κράτος αλλά μόνο κατά το τμήμα εκείνο που αποδίδεται σε αυτή τη καθορισμένη βάση.
- Ο όρος «επαγγελματικές υπηρεσίες», περιλαμβάνει ειδικά, ανεξάρτητες επιστημονικές, φιλολογικές, καλλιτεχνικές εκπαιδευτικές ή διδακτικές δραστηριότητες, όπως επίσης και τις ανεξάρτητες δραστηριότητες των γιατρών, δικηγόρων, μηχανικών, αρχιτεκτόνων, οδοντιάτρων και λογιστών.
Άρθρο 15 – Εξαρτημένες προσωπικές υπηρεσίες
- Με την επιφύλαξη των διατάξεων των Άρθρων 16, 18 και 19, μισθοί, ημερομίσθια και άλλες παρόμοιες αμοιβές που αποκτά κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έναντι εξαρτημένης απασχόλησης φορολογούνται μόνο σε αυτό το Κράτος εκτός αν η απασχόληση ασκείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος. Αν η απασχόληση ασκείται με αυτό τον τρόπο, η αμοιβή που αποκτάται από αυτή μπορεί να φορολογείται στο άλλο αυτό Κράτος.
- Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου 1, αμοιβή που αποκτάται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έναντι εξαρτημένης απασχόλησης που ασκείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος φορολογείται μόνο στο πρώτο μνημονευόμενο Κράτος εάν:
α) ο δικαιούχος της αμοιβής είναι παρών στο άλλο Κράτος για περίοδο ή περιόδους που δεν υπερβαίνουν συνολικά τις 183 μέρες σε οποιαδήποτε δωδεκάμηνη περίοδο η οποία αρχίζει ή τελειώνει στο οικείο οικονομικό έτος, και
β) η αμοιβή καταβάλλεται από, ή για λογαριασμό, εργοδότη που δεν είναι κάτοικος του άλλους Κράτους, και
γ) η αμοιβή δεν επιβαρύνει μόνιμη εγκατάσταση ή καθορισμένη βάση που διατηρεί ο εργοδότης στο άλλο Κράτος.
- Ανεξάρτητα από τις προηγούμενες διατάξεις αυτού του Άρθρου, αμοιβή που αποκτάται έναντι απασχόλησης που παρέχεται επί πλοίου ή αεροσκάφους, που δραστηριοποιούνται σε διεθνείς μεταφορές, μπορεί να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο φορολογούνται τα κέρδη από την εκμετάλλευση του πλοίου ή του αεροσκάφους σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 8.
Άρθρο 16 – Αμοιβές Διευθυντών
Αμοιβές διευθυντών και άλλες παρόμοιες πληρωμές που αποκτώνται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, υπό την ιδιότητα του ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου μιας εταιρίας που είναι κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, μπορεί να φορολογούνται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.
Άρθρο 17 – Καλλιτέχνες και αθλητές
- Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15, εισόδημα που αποκτάται από κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ως πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας, όπως καλλιτέχνης θεάτρου, κινηματογράφου, καλλιτέχνης ραδιοφώνου ή τηλεόρασης, ή ως μουσικός ή ως αθλητής, λόγω της άσκησης αυτών των προσωπικών δραστηριοτήτων του στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογείται σ’ αυτό το άλλο Κράτος.
- Αν το εισόδημα που προέρχεται από την άσκηση προσωπικών δραστηριοτήτων από πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή από αθλητή, υπό την ιδιότητα αυτή, δεν περιέρχεται στο ίδιο το πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή στον ίδιο τον αθλητή αλλά σε άλλο πρόσωπο, αυτό το εισόδημα μπορεί, ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 7, 14, και 15, να φορολογείται στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο ασκούνται οι δραστηριότητες του προσώπου που παρέχει υπηρεσίες ψυχαγωγίας ή του αθλητή.
Άρθρο 18 – Συντάξεις
- Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του Άρθρου 19, συντάξεις και άλλες παρόμοιες αμοιβές, που καταβάλλονται σε κάτοικο ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ως ανταμοιβή για προηγούμενη απασχόληση φορολογούνται αποκλειστικά σε αυτό το Κράτος.
- Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου 1 αυτού του Άρθρου, συντάξεις και άλλες παρόμοιες αμοιβές που καταβάλλονται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας του για την κοινωνική ασφάλιση, φορολογούνται αποκλειστικά σε αυτό το Κράτος.
Άρθρο 19 – Κυβερνητικές υπηρεσίες
- α) Μισθοί, ημερομίσθια και άλλες παρόμοιες αμοιβές εκτός από την σύνταξη, που καταβάλλονται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος ή μια πολιτική υποδιαίρεση ή μια τοπική αρχή αυτού σ’ ένα φυσικό πρόσωπο έναντι υπηρεσιών που παρασχέθηκαν προς το Κράτος αυτό ή την πολιτική υποδιαίρεση ή την τοπική αρχή αυτού, φορολογούνται μόνο σ’ αυτό το Κράτος,
β) Εντούτοις, τέτοιοι μισθοί, ημερομίσθια και άλλες παρόμοιες αμοιβές φορολογούνται μόνο στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος εφόσον οι υπηρεσίες παρέχονται μέσα στο Κράτος αυτό και το φυσικό πρόσωπο που είναι κάτοικος αυτού του άλλου Κράτους: i) είναι υπήκοος αυτού του άλλου Κράτους ή ii) δεν έγινε κάτοικος αυτού του Κράτους αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό παροχής των υπηρεσιών.
- α) Οποιαδήποτε σύνταξη που καταβάλλεται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος ή από μία πολιτική υποδιαίρεση ή από τοπική αρχή αυτού, ή από ταμεία που συστάθηκαν από αυτά, σε ένα φυσικό πρόσωπο έναντι υπηρεσιών που παρασχέθηκαν προς το Κράτος αυτό ή προς μια πολιτική υποδιαίρεση ή την τοπική αρχή αυτού, φορολογείται μόνο σε αυτό το Κράτος,
β) Ωστόσο η σύνταξη αυτή, φορολογείται μόνο στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος αν το φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος και υπήκοος του Κράτους αυτού.
- Οι διατάξεις των Άρθρων 15, 16 και 18 εφαρμόζονται σε αμοιβές και συντάξεις, έναντι υπηρεσιών που παρασχέθηκαν σε σχέση με επιχειρηματική δραστηριότητα που διεξάγεται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος ή μια πολιτική υποδιαίρεση ή μια τοπική αρχή αυτού.
Άρθρο 20 – Καθηγητές, δάσκαλοι και ερευνητές
Ένας καθηγητής, δάσκαλος ή ερευνητής, ο οποίος πραγματοποιεί προσωρινή επίσκεψη σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, με σκοπό τη διδασκαλία ή τη διεξαγωγή έρευνας σε ένα πανεπιστήμιο, κολλέγιο, σχολείο, ή άλλο παρόμοιο μορφωτικό ίδρυμα, και ο οποίος είναι, ή ήταν ακριβώς πριν από τέτοια επίσκεψη, κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, απαλλάσσεται της φορολογίας στο πρώτο μνημονευθέν Συμβαλλόμενο Κράτος για τις αμοιβές που λαμβάνει για τέτοια διδασκαλία ή έρευνα.
Άρθρο 21 – Σπουδαστές και εκπαιδευόμενοι επιχειρήσεων
Πληρωμές, τις οποίες λαμβάνει ένας σπουδαστής, ή εκπαιδευόμενος επιχειρήσεων που είναι ή ήταν ακριβώς πριν την επίσκεψη του σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, κάτοικος του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους και ο οποίος είναι παρών στο πρώτο μνημονευόμενο Κράτος αποκλειστικά για το σκοπό της εκπαίδευσης ή της εξάσκησης του, για την συντήρηση, την εκπαίδευση ή την εξάσκηση του δεν φορολογούνται σε αυτό το Κράτος με την προϋπόθεση ότι τέτοιες πληρωμές προκύπτουν από πηγές εκτός αυτού του Κράτους.
Άρθρο 22 – Άλλα Εισοδήματα
- Στοιχεία εισοδήματος κατοίκου ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, οπουδήποτε και αν προκύπτουν, η φορολογική μεταχείριση των οποίων δεν ρυθμίζεται στα προηγούμενα Άρθρα αυτής της Σύμβασης, φορολογούνται μόνο σε αυτό το Κράτος.
- Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν έχουν εφαρμογή σε εισόδημα, με εξαίρεση το εισόδημα από ακίνητη περιουσία όπως καθορίζεται στη παράγραφο 2 του Άρθρου 6, εάν ο λήπτης τέτοιου εισοδήματος όντας κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους διεξάγει επιχειρηματική δραστηριότητα στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος μέσω μιας μόνιμης εγκατάστασης που βρίσκεται σ’ αυτό ή παρέχει στο άλλο Κράτος ανεξάρτητες προσωπικές υπηρεσίες από μια καθορισμένη βάση που βρίσκεται σ’ αυτό, και το δικαίωμα ή η περιουσία σε σχέση με τα οποία καταβάλλεται το εισόδημα είναι ουσιαστικά συνδεδεμένα με μια τέτοια μόνιμη εγκατάσταση ή μια τέτοια καθορισμένη βάση. Σε μια τέτοια περίπτωση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Άρθρου 7 ή του Άρθρου 14, ανάλογα με την περίπτωση.
Άρθρο 23 – Κεφάλαιο
- Κεφάλαιο αντιπροσωπευόμενο από ακίνητη περιουσία όπως αναφέρεται στο Άρθρο 6, η οποία ανήκει σε κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και βρίσκεται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, μπορεί να φορολογείται σε αυτό το άλλο Κράτος.
- Κεφάλαιο αντιπροσωπευόμενο από κινητή περιουσία που αποτελεί τμήμα της επαγγελματικής περιουσίας μιας μόνιμης εγκατάστασης την οποία μια επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους έχει στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος ή από κινητή περιουσία η οποία συνδέεται με καθορισμένη βάση την οποία διαθέτει κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος για τον σκοπό παροχής ανεξάρτητων προσωπικών υπηρεσιών, μπορεί να φορολογείται σε αυτό το άλλο Κράτος.
- Κεφάλαιο αντιπροσωπευόμενο από πλοία ή αεροσκάφη σε διεθνείς μεταφορές ή από κινητή περιουσία που συνδέεται με την εκμετάλλευση τέτοιων πλοίων ή αεροσκαφών, φορολογείται μόνο στο Συμβαλλόμενο Κράτος στο οποίο τα κέρδη από την εκμετάλλευση των ανωτέρω αναφερθέντων πλοίων ή αεροσκαφών φορολογούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 8.
- Όλα τα άλλα στοιχεία κεφαλαίου κατοίκου του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους φορολογούνται μόνο σε αυτό το Κράτος.
Άρθρο 24 – Αποφυγή της διπλής φορολογίας
Όταν κάτοικος ενός Συμβαλλόμενου Κράτους αποκτά εισόδημα, ή κατέχει κεφάλαιο, το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Σύμβασης, μπορεί να φορολογείται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, το πρώτο μνημονευόμενο Κράτος παραχωρεί:
α) ως έκπτωση από το φόρο-εισοδήματος του εν λόγω κατοίκου, ποσό ίσο με το φόρο εισοδήματος που καταβλήθηκε σε αυτό το άλλο Κράτος,
β) ως έκπτωση από το φόρο κεφαλαίου του εν λόγω κατοίκου, ποσό ίσο με το φόρο κεφαλαίου που καταβλήθηκε σε αυτό το άλλο Κράτος. Τέτοια έκπτωση, σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί παρόλα αυτά, να υπερβαίνει, το τμήμα του φόρου εισοδήματος ή του φόρου κεφαλαίου, όπως υπολογίστηκε προτού δοθεί η έκπτωση, το οποίο αντιστοιχεί, ανάλογα με την περίπτωση στο εισόδημα, ή στο κεφάλαιο, το οποίο δύναται να φορολογείται σε αυτό το άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος.
Άρθρο 25 – Μη διακριτική μεταχείριση
- Οι υπήκοοι ενός Συμβαλλόμενου Κράτους δεν υπόκεινται στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος σε οποιοδήποτε φορολογία ή οποιαδήποτε σχετική με αυτή επιβάρυνση, η οποία είναι διάφορη ή περισσότερο επαχθής από τη φορολογία ή τις σχετικές επιβαρύνσεις, στις οποίες υπόκεινται ή μπορούν να υπαχθούν, οι υπήκοοι του άλλου αυτού Κράτους, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, ειδικότερα αναφορικά με την κατοικία. Η διάταξη αυτή ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Άρθρου 1, έχει εφαρμογή επίσης σε πρόσωπα που δεν είναι κάτοικοι του ενός ή και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών.
- Πρόσωπα άνευ ιθαγένειας που είναι κάτοικοι του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους δεν υπόκεινται σε κανένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη, σε οποιαδήποτε φορολογία ή οποιαδήποτε σχετική με αυτήν υποχρέωση, η οποία είναι διάφορη ή περισσότερο επαχθής από τη φορολογία και τις σχετικές υποχρεώσεις στις οποίες υπόκεινται ή μπορούν να υπαχθούν οι υπήκοοι του εν λόγω Κράτους κάτω από τις ίδιες συνθήκες, ειδικότερα σε σχέση με την κατοικία.
- Η φορολογία που επιβάλλεται σε μόνιμη εγκατάσταση, την οποία επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου-Κράτους διατηρεί στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, δεν είναι λιγότερο ευνοϊκή στο άλλο αυτό Κράτος από τη φορολογία που επιβάλλεται σε επιχειρήσεις του άλλου αυτού Κράτους που επιδίδονται στις ίδιες δραστηριότητες. Η παρούσα διάταξη δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι υποχρεώνει ένα Συμβαλλόμενο Κράτος να χορηγεί σε κατοίκους του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους οποιεσδήποτε προσωπικές εκπτώσεις, απαλλαγές και μειώσεις για φορολογικούς σκοπούς λόγω προσωπικής κατάστασης ή οικογενειακών υποχρεώσεων, τις οποίες χορηγεί στους δικούς του κατοίκους.
- Εξαιρουμένων των περιπτώσεων, κατά τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του Άρθρου 9, της παραγράφου 6 του Άρθρου 11, ή της παραγράφου 6 του Άρθρου 12, τόκοι, δικαιώματα και άλλες πληρωμές, που καταβάλλονται από επιχείρηση του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών της εν λόγω επιχείρησης, εκπίπτουν με τους ίδιους όρους ως αν είχαν καταβληθεί σε κάτοικο του πρώτου μνημονευόμενου Κράτους. Ομοίως οποιαδήποτε χρέη μιας επιχείρησης ενός Συμβαλλόμενου Κράτους σε κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους για το σκοπό του προσδιορισμού του φορολογητέου κεφαλαίου αυτής της επιχείρησης, αναγνωρίζονται προς έκπτωση με τους ίδιους όρους σαν να είχαν συμφωνηθεί με κάτοικο του πρώτου μνημονευόμενου Κράτους.
- Επιχειρήσεις ενός Συμβαλλόμενου Κράτους, των οποίων το κεφάλαιο εν όλω ή εν μέρει ανήκει ή ελέγχεται, άμεσα ή έμμεσα, από έναν ή περισσότερους κατοίκους του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, δεν υποβάλλονται στο πρώτο μνημονευόμενο Κράτος σε οποιαδήποτε φορολογία ή οποιαδήποτε σχετική με αυτήν επιβάρυνση, η οποία είναι διάφορη ή περισσότερο επαχθής από τη φορολογία και τις σχετικές επιβαρύνσεις στις οποίες υποβάλλονται ή μπορούν να υποβληθούν άλλες παρόμοιες επιχειρήσεις, του πρώτου μνημονευόμενου Κράτους.
- Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε φόρους κάθε είδους και μορφής ανεξάρτητα από τις διατάξεις του Άρθρου 2.
Άρθρο 26 – Διαδικασία αμοιβαίου διακανονισμού
- Όταν ένα πρόσωπο θεωρεί ότι οι ενέργειες ενός ή και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών έχουν ή θα έχουν για αυτό ως αποτέλεσμα την επιβολή φορολογίας, η οποία δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις αυτής της Σύμβασης, μπορεί, ανεξάρτητα από τα μέσα θεραπείας που προβλέπονται από την εσωτερική νομοθεσία αυτών των Κρατών, να παρουσιάσει την υπόθεση του ενώπιον της αρμόδιας αρχής του Συμβαλλόμενου Κράτους του οποίου είναι κάτοικος ή, αν εφαρμόζεται γ’ αυτό το πρόσωπο η παράγραφος 1 του Άρθρου 25, ενώπιον της αρμόδιας αρχής του Συμβαλλόμενου Κράτους του οποίου είναι υπήκοος. Η υπόθεση αυτή πρέπει να παρουσιαστεί εντός τριών ετών από την πρώτη κοινοποίηση της πράξης, η οποία επιβάλλει φορολογία όταν δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της Σύμβασης.
- Η αρμόδια αρχή προσπαθεί, εάν η ένσταση θεωρηθεί από αυτήν ως βάσιμη, και η ίδια δεν μπορεί να δώσει ικανοποιητική λύση, να επιλύσει τη διαφορά με αμοιβαία συμφωνία με την αρμόδια αρχή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, με σκοπό την αποφυγή φορολογίας που δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της “Σύμβασης. Οποιαδήποτε επιτευχθείσα συμφωνία εφαρμόζεται, ανεξάρτητα από τις προθεσμίες που ορίζονται στην εσωτερική νομοθεσία των Συμβαλλομένων Κρατών.
- Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών προσπαθούν να επιλύουν με αμοιβαία συμφωνία οποιεσδήποτε δυσχέρειες ή αμφιβολίες ανακύπτουν ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή της Σύμβασης. Μπορούν επίσης να διαβουλεύονται με σκοπό την αποφυγή της διπλής φορολογίας για περιπτώσεις που δεν προβλέπονται από τη Σύμβαση.
- Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους απευθείας, καθώς και μέσω μικτής επιτροπής που αποτελείται από τις ίδιες ή τους εκπροσώπους τους με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας κατά την έννοια των προηγούμενων παραγράφων.
Άρθρο 27 – Ανταλλαγή πληροφοριών
- Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών ανταλλάσσουν τις πληροφορίες, οι οποίες είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της Σύμβασης ή των εσωτερικών νομοθεσιών των Συμβαλλομένων Κρατών σε σχέση με τους φόρους που καλύπτονται από τη Σύμβαση στο μέτρο που η φορολογία σύμφωνα με αυτές δεν είναι αντίθετη με τη Σύμβαση. Η ανταλλαγή των πληροφοριών δεν περιορίζεται από το Άρθρο 1.
- Οποιαδήποτε πληροφορία που λαμβάνεται από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, θεωρείται ως απόρρητη κατά τον ίδιο τρόπο όπως η πληροφορία που συλλέγεται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του Κράτους αυτού και αποκαλύπτεται μόνο σε πρόσωπα ή αρχές (συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων και των διοικητικών οργάνων), που εμπλέκονται με τη βεβαίωση ή είσπραξη, την αναγκαστική εκτέλεση ή δίωξη, ή την εκδίκαση προσφυγών, αναφορικά με τους φόρους που καλύπτονται από τη Σύμβαση. Τα πρόσωπα αυτά ή οι αρχές χρησιμοποιούν τις πληροφορίες μόνο για τους ως άνω σκοπούς. Μπορούν να αποκαλύπτουν τις πληροφορίες στο δικαστήριο κατά τις δημόσιες δικαστικές διαδικασίες ή σε δικαστικές αποφάσεις.
- Σε καμία περίπτωση οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν ερμηνεύονται ότι επιβάλλουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος την υποχρέωση:
α) να λαμβάνει διοικητικά μέρα αντίθετα με την νομοθεσία και τη διοικητική πρακτική αυτού ή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους,
β) να παρέχει πληροφορίες που δεν μπορούν ν’ αποκτηθούν σύμφωνα με τη νομοθεσία ή κατά τη συνήθη διοικητική πρακτική αυτού ή του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους, γ) να παρέχει πληροφορίες που να αποκαλύπτουν οποιοδήποτε συναλλακτικό, επιχειρηματικό, βιομηχανικό, εμπορικό ή επαγγελματικό απόρρητο ή διαδικασία παραγωγής ή πληροφορία, η αποκάλυψη της οποίας θα ήταν αντίθετη με κανόνα δημόσιας τάξης (ordre public).
- Εάν ζητηθούν πληροφορίες από ένα Συμβαλλόμενο κράτος σύμφωνα με το παρόν Άρθρο, το άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος κάνει χρήση των -μέτρων, συλλογής πληροφοριών για να αποκτήσει τις αιτούμενες πληροφορίες, ακόμη και αν αυτό το άλλο Κράτος ενδεχομένως να μην χρειάζεται τις πληροφορίες αυτές για τους δικούς του φορολογικούς σκοπούς. Η υποχρέωση που περιέχεται στην προηγούμενη πρόταση, υπόκειται στους περιορισμούς της παραγράφου 3, αλλά σε καμία περίπτωση τέτοιοι περιορισμοί δεν θεωρείται ότι επιτρέπουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος να αρνηθεί να παράσχει τις πληροφορίες αποκλειστικά για το λόγο ότι δεν υπάρχει ενδιαφέρον σε εθνικό επίπεδο για τέτοιες πληροφορίες.
- Σε καμία περίπτωση οι διατάξεις της παραγράφου 3 δεν θεωρείται ότι επιτρέπουν σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος να αρνηθεί την παροχή των πληροφοριών, αποκλειστικά επειδή οι πληροφορίες αυτές είναι στην κατοχή τράπεζας, ή άλλου χρηματοπιστωτικού οργανισμού, εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου ή προσώπου που ενεργεί ως αντιπρόσωπος, ή ως θεματοφύλακας, ή επειδή οι πληροφορίες συνδέονται με δικαίωμα κυριότητας ενός προσώπου.
Άρθρο 28 – Μέλη Διπλωματικών αποστολών και προξενικών αρχών
Τίποτα σ’ αυτή τη Σύμβαση δεν επηρεάζει τα φορολογικά προνόμια των μελών των διπλωματικών αποστολών ή των προξενικών αρχών τα οποία προβλέπονται από τους γενικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου ή από διατάξεις ειδικών συμφωνιών.
Άρθρο 29 – Θέση σε ισχύ
Η παρούσα Σύμβαση τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία της τελευταίας γνωστοποίησης με την οποία τα Συμβαλλόμενα Κράτη ενημερώνουν το ένα το άλλο για την ολοκλήρωση των εσωτερικών τους διαδικασιών για την κύρωση. Οι διατάξεις της παρούσας Σύμβασης έχουν εφαρμογή σε εισόδημα που προκύπτει’ ή σε κεφάλαιο που κατέχεται την πρώτη ή μετά την πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί αυτό κατά το οποίο η Σύμβαση τίθεται σε ισχύ.
Άρθρο 30 – Λήξη
Η παρούσα Σύμβαση παραμένει σε ισχύ μέχρι να καταγγελθεί από ένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη. Κάθε Συμβαλλόμενο Κράτος μπορεί να καταγγείλει τη Σύμβαση όχι νωρίτερα από 5 έτη από τη θέση της σε ισχύ, μέσω της διπλωματικής οδού, επιδίδοντας γραπτή ανακοίνωση καταγγελίας τουλάχιστο έξι μήνες πριν το τέλος του ημερολογιακού έτους.
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ
στη Σύμβαση μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας του Αγίου Μαρίνου για την αποφυγή της διπλής φορολογίας αναφορικά με τους φόρους επί του εισοδήματος και επί του κεφαλαίου
Κατά την υπογραφή της Σύμβασης για την αποφυγή της διπλής φορολογίας αναφορικά με τους φόρους επί του εισοδήματος και επί του κεφαλαίου μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας του Αγίου Μαρίνου,- συμφωνήθηκαν οι ακόλουθες πρόσθετες διατάξεις, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της Σύμβασης αυτής:
- Αναφορικά με την παράγραφο 1, υποπαράγραφο ε) του Άρθρου 3, Στον Άγιο Μαρίνο ένα τραστ έχει τη φορολογική μεταχείριση εταιρικής μορφής κεφαλαιουχικού χαρακτήρα όταν και μόνο στο βαθμό που ένα τέτοιο τραστ υπόκειται σε φόρο εισοδήματος στον Άγιο Μαρίνο.
- Αναφορικά με την παράγραφο 2 του Άρθρου 5, μια «μόνιμη εγκατάσταση» μπορεί να περιλαμβάνει ένα διακομιστή (server).
- Είναι αντιληπτό ότι τίποτα στην ανωτέρω Σύμβαση δεν εμποδίζει την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων των Οδηγιών της ΕΕ, οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στην εσωτερική νομοθεσία και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών. Οι αρμόδιες αρχές και των δύο Κρατών ανταλλάσσουν επιστολές για την ορθή εφαρμογή της παραπάνω διάταξης.
Π.2 Αζερμπαϊτζάν
ν.3826/2010 (ΦΕΚ Α’ 29/25.2.2010)
Άρθρο πρώτο
Κυρώνεται και έχει την ισχύ, που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η Σύμβαση μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας του Αζερμπαϊτζάν για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους επί του εισοδήματος και κεφαλαίου, που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2009, το κείμενο της οποίας σε πρωτότυπο στην ελληνική και αγγλική γλώσσα έχει ως εξής:
Σύμβαση μεταξύ της Κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας του Αζερμπαϊτζάν για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους επί του εισοδήματος και κεφαλαίου.
Η Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας και η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας του Αζερμπαϊτζάν επιθυμώντας να συνάψουν Σύμβαση για την αποφυγή της διπλής φορολογίας και την αποτροπή της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους επί του εισοδήματος και κεφαλαίου, συμφώνησαν τα ακόλουθα:
Άρθρο 1 – Πρόσωπα επί των οποίων εφαρμόζεται η Σύμβαση
- Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στα πρόσωπα, τα οποία είναι κάτοικοι του ενός ή και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών.
Άρθρο 2 – Φόροι που καλύπτονται
- Η παρούσα Σύμβαση εφαρμόζεται στους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου που επιβάλλονται για λογαριασμό ενός Συμβαλλόμενου Κράτους ή των πολιτικών του υποδιαιρέσεων ή των τοπικών αρχών του, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο επιβάλλονται.
- Φόροι εισοδήματος και φόροι κεφαλαίου θεωρούνται όλοι οι φόροι που επιβάλλονται στο συνολικό εισόδημα, στο συνολικό κεφάλαιο ή σε στοιχεία του εισοδήματος ή του κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των φόρων που επιβάλλονται στην ωφέλεια που προκύπτει από την εκποίηση Κινητής ή ακίνητης περιουσίας καθώς και φόρων επί της υπεραξίας κεφαλαίου.
- Οι υφιστάμενοι φόροι, επί των οποίων εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβαση είναι ειδικότερα:
α) Στην περίπτωση της Ελληνικής Δημοκρατίας:
- i) ο φόρος εισοδήματος και κεφαλαίου φυσικών προσώπων,
- ii) Ο φόρος εισοδήματος και κεφαλαίου νομικών προσώπων, (στο εξής αποκαλούμενος ως “ελληνικός φόρος”).
β) Στην περίπτωση του Αζερμπαϊτζάν:
- i) ο φόρος επί των κερδών των νομικών προσώπων,
- ii) ο φόρος εισοδήματος των φυσικών προσώπων,
iii) ο φόρος επί της περιουσίας, (στο εξής αποκαλούμενος ως “φόρος του Αζερμπαϊτζάν”).
- Η Σύμβαση αυτή εφαρμόζεται επίσης σε οποιουσδήποτε ταυτόσημους ή ουσιωδώς παρόμοιους φόρους που επιβάλλονται μετά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας Σύμβασης επιπρόσθετα ή σε αντικατάσταση των υφιστάμενων φόρων. Οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών γνωστοποιούν η μία στην άλλη οποιεσδήποτε ουσιώδεις μεταβολές έχουν επέλθει στην αντίστοιχη φορολογική νομοθεσία τους.
Άρθρο 3 – Γενικοί ορισμοί
- Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, εκτός αν το κείμενο ορίζει διαφορετικά:
α) ο όρος “Έδαφος”, δηλώνει αντίστοιχα το έδαφος της Ελληνικής Δημοκρατίας ή το έδαφος της Δημοκρατίας του Αζερμπαϊτζάν, όπως το κείμενο απαιτεί,
β) οι όροι “ένα Συμβαλλόμενο Κράτος” και “το άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος” σημαίνει τη Ελληνική Δημοκρατία ή την Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν, όπως ορίζει το κείμενο.
γ) ο όρος “πρόσωπο” περιλαμβάνει ένα φυσικό πρόσωπο, μια εταιρεία και οποιαδήποτε άλλη ένωση προσώπων.
δ) ο όρος “εταιρεία” σημαίνει οποιαδήποτε εταιρική μορφή κεφαλαιουχικού χαρακτήρα ή οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο το οποίο έχει την ίδια φορολογική μεταχείριση με μια εταιρεία κεφαλαιουχικού χαρακτήρα.
ε) οι όροι “επιχείρηση ενός Συμβαλλόμενου κράτους” και “επιχείρηση του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους” δηλώνουν αντίστοιχα την επιχείρηση που διεξάγεται από κάτοικο του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους και την επιχείρηση που διεξάγεται από κάτοικο του άλλου Συμβαλλόμενου Κράτους.
στ) ο όρος, διεθνείς μεταφορές, σημαίνει οποιοδήποτε μεταφορά με πλοίο ή αεροσκάφος, εκτός εάν το πλοίο ή το αεροσκάφος, εκτελεί δρομολόγια αποκλειστικά μεταξύ τοποθεσιών στο άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος,
ζ) ο όρος, υπήκοος, σημαίνει:
- i) οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο το οποίο κατέχει την υπηκοότητα ενός από τα Συμβαλλόμενα Κράτη.
- ii) οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, προσωπική εταιρεία ή ένωση που αποκτά τη νομική της υπόσταση από τους ισχύοντες νόμους σε ένα από τα Συμβαλλόμενα Κράτη.
η) ο όρος, αρμόδια αρχή, σημαίνει:
- i) στην Ελληνική Δημοκρατία, τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του, και
- ii) στο Αζερμπαϊτζάν τον Υπουργό Οικονομίας και τον Υπουργό των Φόρων.
- Όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας Σύμβασης οποτεδήποτε, από ένα Συμβαλλόμενο Κράτος, κάθε όρος που δεν καθορίζεται σε αυτή έχει, εκτός αν ορίζει διαφορετικά το κείμενο, την έννοια που έχει κατά τη στιγμή της εφαρμογής, σύμφωνα με την νομοθεσία αυτού του Κράτους σχετικά με τους φόρους που αποτελούν το αντικείμενο της Σύμβασης, οποιαδήποτε έννοια αποδίδεται σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία αυτού του Κράτους, υπερισχύει εκείνης της εννοίας, που αποδίδεται σε αυτό τον όρο, σύμφωνα με άλλους νόμους του Κράτους αυτού.
Άρθρο 4 – Κάτοικος
- Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, ο όρος “κάτοικος του ενός Συμβαλλόμενου Κράτους” δηλώνει οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με τους νόμους του Κράτους αυτού, είναι υπόχρεο φορολογίας σε αυτό λόγω της κατοικίας του, τόπου διαμονής του, τόπου εγγραφής του, τόπου διοίκησης των δραστηριοτήτων του ή οποιουδήποτε άλλου κριτηρίου παρόμοιας φύσης, και επίσης περιλαμβάνει αυτό το Κράτος και οποιαδήποτε διοικητική – γεωγραφική υποδιαίρεση ή τοπική αρχή αυτού. Αυτός, ο όρος, όμως δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο που υπόκειται σε φορολογία στο Κράτος αυτό όσον αφορά σε εισόδημα από πηγές αυτού του Κράτους ή κεφάλαιο που βρίσκεται σε αυτό.
- Εάν εξαιτίας των διατάξεων της παραγράφου 1, ένα φυσικό πρόσωπο είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών, τότε η νομική του κατάσταση καθορίζεται ως εξής:
α) θεωρείται ότι είναι αποκλειστικά κάτοικος του Κράτους στο οποίο διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία. Εάν αυτός διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία και στα δύο Κράτη, θεωρείται κάτοικος του Κράτους με το οποίο διατηρεί στενότερους προσωπικούς και οικονομικούς δεσμούς (κέντρο ζωτικών συμφερόντων),
β) αν το Κράτος στο οποίο έχει το κέντρο των ζωτικών συμφερόντων του δεν μπορεί να καθοριστεί ή αν δεν διαθέτει μόνιμη οικογενειακή εστία σε κανένα από τα δύο Κράτη, θεωρείται κάτοικος μόνον του Κράτους όπου έχει την συνήθη διαμονή του.
γ) αν έχει συνήθη διαμονή και στα δύο Συμβαλλόμενα Κράτη ή σε κανένα από αυτά, θεωρείται κάτοικος μόνον του Κράτους του οποίου είναι υπήκοος.
δ) αν είναι υπήκοος και των δύο Κρατών ή κανενός από αυτά τότε οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων Κρατών διευθετούν το ζήτημα με αμοιβαίο διακανονισμό.
- Εάν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, ένα πρόσωπο, εκτός από φυσικό πρόσωπο, είναι κάτοικος και των δύο Συμβαλλομένων Κρατών, τότε το πρόσωπο αυτό θεωρείται αποκλειστικά κάτοικος του Κράτους, στο οποίο έχει καταχωρηθεί και βρίσκεται η έδρα της πραγματικής διοίκησης του. Εάν ο τόπος καταγραφής και ο τόπος άσκησης πραγματικής διοίκησης δεν είναι το ίδιο Συμβαλλόμενο Κράτος, οι αρμόδιες αρχές των Συμβαλλομένων κρατών διευθετούν το ζήτημα με αμοιβαία συμφωνία.