Skip to content

☎️ 2105442849 - 2110128841

Sale!

Εργασίες Τέλους Χρήσης 2026: Από την Απογραφή έως τη Σύνταξη Οικονομικών Καταστάσεων

54.00

20 in stock

SKU: 9786182091357 Categories: ,

Περιγραφή

Νέα έκδοση Astbooks: Εργασίες Τέλους Χρήσης 2026: Από την Απογραφή έως τη Σύνταξη Οικονομικών Καταστάσεων

Η νέα έκδοση εστιάζει σε ένα από τα πλέον κρίσιμα και απαιτητικά στάδια της λειτουργίας κάθε επιχείρησης: τη διαδικασία κλεισίματος της οικονομικής χρήσης και την κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων.

Το κλείσιμο της χρήσης, συνήθως την 31η Δεκεμβρίου (ή εναλλακτικά σε άλλες ημερομηνίες, όπως η 30ή Ιουνίου), αποτελεί το σημείο στο οποίο αποτυπώνεται με ακρίβεια η οικονομική θέση και η πραγματική δυναμική της επιχείρησης μέσω του αποτελέσματος της περιόδου. Ο Ισολογισμός και τα Αποτελέσματα Χρήσης, σε συνδυασμό με τις λοιπές χρηματοοικονομικές καταστάσεις, συνθέτουν το βασικό πλαίσιο πληροφόρησης για τη διοίκηση, τους επενδυτές, τις φορολογικές αρχές και κάθε ενδιαφερόμενο μέρος.

Το βιβλίο λαμβάνει υπόψη τη σύγχρονη πραγματικότητα, όπου η τεχνολογική πρόοδος και τα εξελιγμένα λογιστικά πληροφοριακά συστήματα επιτρέπουν ακόμη και στις μικρές επιχειρήσεις να καταρτίζουν οικονομικές καταστάσεις σε μηνιαία ή τριμηνιαία βάση, με ταχύτητα και αυξημένη ακρίβεια. Παράλληλα, αναδεικνύει ότι, παρά την τεχνολογία, οι κλασικές εργασίες τέλους χρήσης — όπως η φυσική απογραφή, οι συμφωνίες λογαριασμών και ο αναλυτικός λογιστικός έλεγχος — παραμένουν αναντικατάστατες για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας και της νομοθετικής συμμόρφωσης.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο σύγχρονο και σύνθετο θεσμικό πλαίσιο που διέπει τη λογιστική και φορολογική λειτουργία των επιχειρήσεων, όπως:

  • ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (ν.4172/2013),
  • τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα (ν.4308/2014),
  • η εμπορική νομοθεσία για όλες τις εταιρικές μορφές (ΑΕ, ΕΠΕ, ΙΚΕ και προσωπικές εταιρείες).

Το βιβλίο αναλύει τις απαιτήσεις για ορθή αποτύπωση εσόδων και εξόδων, τεκμηρίωση συναλλαγών, έγκαιρη υποβολή φορολογικών δηλώσεων και έγκριση των οικονομικών καταστάσεων από τα αρμόδια όργανα και τους ελεγκτές, ενισχύοντας τη διαφάνεια και την εταιρική υπευθυνότητα. Παράλληλα, εξετάζει τις λογιστικές προσαρμογές, την αρχή της σύνεσης, τις προβλέψεις και τις αποκλίσεις μεταξύ λογιστικών και φορολογικών αποτελεσμάτων, προσφέροντας πρακτική καθοδήγηση για τη διπλή αυτή προσέγγιση.

 

Δομή και περιεχόμενο

Το έργο είναι δομημένο σε οκτώ κεφάλαια που καλύπτουν αναλυτικά:

  • την επιμέτρηση και αποτίμηση αποθεμάτων,
  • τα πάγια στοιχεία και τις αποσβέσεις,
  • τον έλεγχο και τις τακτοποιήσεις λογαριασμών,
  • τα στοιχεία καθαρής θέσης και τα αποτελέσματα,
  • τη φορολογία εισοδήματος,
  • τη σύνταξη και διάθεση οικονομικών καταστάσεων,
  • τον έλεγχο, την έγκριση και τη δημοσίευσή τους,
  • καθώς και τις απλοποιήσεις και απαλλαγές για μικρές και πολύ μικρές οντότητες.

Σε έναν επιχειρηματικό κόσμο που μεταβάλλεται διαρκώς, το κλείσιμο της χρήσης δεν αποτελεί απλώς μια τυπική διαδικασία, αλλά μια στρατηγική λειτουργία με άμεσο αντίκτυπο στη βιωσιμότητα, τη φορολογική συμμόρφωση και τη λήψη αποφάσεων. Το βιβλίο φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα αξιόπιστο και πρακτικό εργαλείο τόσο για επαγγελματίες λογιστές όσο και για φοιτητές οικονομικών και διοίκησης επιχειρήσεων, γεφυρώνοντας αποτελεσματικά τη θεωρία με την πράξη.

Επιστημονική ομάδα ASTbooks

ISBN: 978-618-209-135-7

ΣΕΛ: 617

Λεπτομέρειες

1.1 Ορισμός – Έννοια – Κατηγορίες αποθεμάτων

Στο κεφάλαιο αυτό θα αναλύσουμε τις απαραίτητες εργασίες τέλους χρήσης που πρέπει να γίνουν στην επιχείρηση σχετικά με τα αποθέματα, ώστε σε επόμενο χρόνο να είναι δυνατή η μεταφορά και το κλείσιμο των λογαριασμών που παρακολουθούνται. Με την ολοκλήρωση των εν λόγω εργασιών, θα προκύψει το κόστος πωληθέντων και το μικτό κέρδος για την οικονομική μονάδα.

Την σημασία της αποτίμησης των αποθεμάτων στην κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων καθώς και τους κανόνες αποτίμησης και επιμέτρησης και πρώτης καταχώρισης στα λογιστικά αρχεία της επιχείρησης, θα τα εξετάσουμε σύμφωνα με τις διατάξεις των ΕΛΠ.

Τα αποθέματα περιλαμβάνουν τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται για πώληση στη συνήθη εμπορική δραστηριότητα της οντότητας (εμπορεύματα ή προϊόντα) ή βρίσκονται υπό επεξεργασία για τη μετατροπή τους σε προϊόντα. Περιλαμβάνουν επίσης, τα πάσης φύσεως υλικά που προορίζονται να αναλωθούν στην παραγωγική διαδικασία, για την παραγωγή προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών.

Συνήθεις τύποι αποθεμάτων είναι τα εμπορεύματα, τα υλικά παραγωγής, οι πρώτες ύλες, η παραγωγή σε εξέλιξη και τα έτοιμα προϊόντα.

Στις οικονομικές καταστάσεις τα αποθέματα απεικονίζονται στα κυκλοφορούνται περιουσιακά στοιχεία ως εξής:

Κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία
Αποθέματα
Έτοιμα και ημιτελή προϊόντα X X
Εμπορεύματα X X
Πρώτες ύλες και διάφορα υλικά X X
Βιολογικά περιουσιακά στοιχεία X X
Προκαταβολές για αποθέματα X X
Λοιπά αποθέματα X X
Σύνολο X X

Τα αποθέματα (inventories), σύμφωνα με το σχέδιο λογαριασμών του Παραρτήματος Γ των ΕΛΠ παρακολουθούνται στην ομάδα 2 και ορίζονται ως περιουσιακά στοιχεία:

α) κατεχόμενα για πώληση στη συνήθη δραστηριότητα της οντότητας, ή

β) στην παραγωγική διαδικασία με σκοπό την πώληση ως ανωτέρω, ή

γ) σε μορφή υλικών ή εφοδίων που πρόκειται να αναλωθούν για την παραγωγική διαδικασία ή για την προσφορά υπηρεσιών.

Παρακάτω, αναλύονται οι κατηγορίες των αποθεμάτων σύμφωνα με την ορολογία που δανειστήκαμε από το ΕΓΛΣ εφόσον δεν υπάρχουν ουσιώδεις αλλαγές μεταξύ των δυο νόμων.

α. Εμπορεύματα (λογαριασμός 20): Είναι τα υλικά αγαθά (αντικείμενα, ύλες, υλικά) που αποκτούνται από την οικονομική μονάδα με σκοπό να μεταπωλούνται στην κατάσταση που αγοράζονται.

β. Έτοιμα προϊόντα (λογαριασμός 21): Είναι τα υλικά αγαθά που παράγονται, κατασκευάζονται ή συναρμολογούνται από την οικονομική μονάδα με σκοπό την πώλησή τους.

γ. Ημιτελή προϊόντα (λογαριασμός 21): Είναι τα υλικά αγαθά που, μετά από κατεργασία σε ορισμένο στάδιο (ή στάδια), είναι έτοιμα για παραπέρα βιομηχανοποίηση (ή κατεργασία) ή για πώληση στην ημιτελή τους κατάσταση.

δ. Υποπροϊόντα (λογαριασμός 22): Είναι τα υλικά αγαθά (προϊόντα) που παράγονται μαζί με τα κύρια προϊόντα, σε διάφορα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας, από τις ίδιες πρώτες και βοηθητικές ύλες. Τα υποπροϊόντα επαναχρησιμοποιούνται από την οικονομική μονάδα σαν πρώτη ύλη ή πωλούνται αυτούσια.

ε. Υπολείμματα (λογαριασμός 22): Είναι υλικά κατάλοιπα της παραγωγικής διαδικασίας, κατά κανόνα άχρηστα. Τα υπολείμματα, όταν, σαν άχρηστα, απορρίπτονται, αντιπροσωπεύουν μέρος της βιομηχανικής απώλειας (π.χ. φύρας).

Στην κατηγορία των υπολειμμάτων (λογαριασμός 22) εντάσσονται και τα ακατάλληλα για βιομηχανοποίηση ή κανονική αξιοποίηση διάφορα υλικά ή έτοιμα ή ημιτελή προϊόντα.

στ. Παραγωγή σε εξέλιξη (λογαριασμός 23): Είναι πρώτες ύλες, βοηθητικά υλικά, ημιτελή προϊόντα και άλλα στοιχεία (π.χ. εργασία, γενικά βιομηχανικά έξοδα), τα οποία κατά τη διάρκεια της χρήσεως ή στο τέλος αυτής, κατά την απογραφή, βρίσκονται στο κύκλωμα της παραγωγικής διαδικασίας για κατεργασία.

ζ. Πρώτες και βοηθητικές ύλες (λογαριασμός 24): Είναι τα υλικά αγαθά που η οικονομική μονάδα αποκτάει με σκοπό τη βιομηχανική επεξεργασία ή συναρμολόγησή τους για την παραγωγή ή κατασκευή προϊόντων.

η. Υλικά συσκευασίας (λογαριασμός 24): Είναι τα υλικά αγαθά που η οικονομική μονάδα αποκτάει με σκοπό τη χρησιμοποίησή τους για τη συσκευασία των προϊόντων της, ώστε τα τελευταία να φτάνουν στην κατάσταση εκείνη στην οποία είναι δυνατό ή σκόπιμο να προσφέρονται στην πελατεία.

θ. Αναλώσιμα υλικά (λογαριασμός 25): Είναι τα υλικά αγαθά που η οικονομική μονάδα αποκτάει με προορισμό την ανάλωσή τους για συντήρηση του πάγιου εξοπλισμού της και γενικά για την εξασφάλιση των αναγκαίων συνθηκών λειτουργίας των κύριων και βοηθητικών υπηρεσιών της.

ι. Ανταλλακτικά πάγιων στοιχείων (λογαριασμός 26): Είναι τα υλικά αγαθά που η οικονομική μονάδα αποκτάει με σκοπό την ανάλωσή τους για συντήρηση και επισκευή του πάγιου εξοπλισμού της.

ια. Είδη συσκευασίας (λογαριασμός 28): Είναι τα υλικά μέσα που χρησιμοποιούνται από την οικονομική μονάδα για τη συσκευασία εμπορευμάτων ή προϊόντων της και παραδίνονται στους πελάτες μαζί με το περιεχόμενό τους. Τα είδη συσκευασίας είναι επιστρεπτέα ή μη επιστρεπτέα, ανάλογα με τη συμφωνία που γίνεται κατά την πώληση σχετικά με την επιστροφή τους ή μη.

1.2 Λειτουργία των λογαριασμών αποθεμάτων στην λογιστική απεικόνιση

20.01 Εμπορεύματα έναρξης
(1.1.20Χ1) 100 100 (31.12.20Χ1) (1)
20.02 Αγορές εμπορευμάτων χρήσης
(10.2.20Χ1) 30 30 (31.12.20Χ1) (1)
20.03 Εκτπώσεις αγορών εμπορευμάτων
(1) (31.12/2021) 10 10
20.06 Εμπορεύματα λήξης
(2) (31.12.2021) 50
82.01 Συγκέντρωση αποτελεσματικών λογαριασμών
(1) 100 10 (1)
(1) 30 50 (2)
70 Κόστος πωληθέντων

Το αποτέλεσμα του λογαριασμού 82 αποτελεί το Κόστος Πωλήσεων.

Αρχικό Απόθεμα
(+) Αγορές
(-) Εκπτώσεις/Επιστροφές
(-) Τελικό απόθεμα
Κόστος πωληθέντων

Κόστος Πωλήσεων = 100 + 30 – 10 – 50 = 70.

Το κόστος πωληθέντων εμφανίζεται αφαιρετικά του κύκλου εργασιών και συνεπώς εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων.

Υπόδειγμα Β.2.1: Κατάστασης Αποτελεσμάτων κατά λειτουργία – Ατομικές χρηματοοικονομικές καταστάσεις

20Χ1 20Χ0
Κύκλος εργασιών (καθαρός) Χ Χ
Κόστος πωλήσεων X X
Μικτό αποτέλεσμα Χ Χ

Σημειώνεται ότι λογιστικά και φορολογικά η αξία των αποθεμάτων δεν διαφέρει.

1.3 Παρακολούθηση αποθεμάτων

Η υποχρέωση για την παρακολούθηση των παραλαμβανομένων και αποστελλόμενων αποθεμάτων, τιμολογημένων ή μη, εκπληρώνεται όταν η οντότητα τηρεί με τάξη, πληρότητα και ορθότητα τα παραστατικά στοιχεία διακίνησης ή τα τιμολόγια πώλησης ή τις αποδείξεις λιανικής πώλησης, κατά περίπτωση, που εκδίδει ή λαμβάνει για τις σχετικές διακινήσεις των αγαθών, ώστε η οντότητα να είναι σε θέση να τεκμηριώνει οποτεδήποτε τις διακινήσεις αυτών. Συνεπώς, δεν γεννάται υποχρέωση ενημέρωσης ή τήρησης ιδιαίτερου αρχείου για τα διακινούμενα αγαθά κατά ποσότητα ή και αξία («βιβλίο αποθήκης»).

Φυσικά, κάθε οντότητα δύναται (δεν υποχρεούται) να τηρεί ηλεκτρονικό ή χειρόγραφο αρχείο ποσοτικής διακίνησης των αποθεμάτων για διαχειριστικούς σκοπούς.

Η μη επιβολή νομικής υποχρέωσης για τήρηση «βιβλίου αποθήκης» προκύπτει από το γεγονός ότι οι διατάξεις του νόμου εξειδικεύουν με σαφήνεια τον τρόπο εκπλήρωσης της γενικής υποχρέωσης παρακολούθησης των αποθεμάτων και επιπλέον, επιβεβαιώνεται από σχετική ρητή αναφορά στην αιτιολογική έκθεση του νόμου.

Στην περίπτωση στην οποία η οντότητα παραλαμβάνει αποθέματα από οποιονδήποτε (είτε υπόχρεο σε έκδοση στοιχείου διακίνησης ή πώλησης, είτε όχι) και για οποιοδήποτε σκοπό (πχ. αγορά, πώληση, απλή διαμεσολάβηση προς πώληση, αποθήκευση, φύλαξη, ή για επεξεργασία, κ.λπ.), τα οποία δεν συνοδεύονται από στοιχείο διακίνησης ή πώλησης για οποιοδήποτε λόγο, η οντότητα δύναται να εκδώσει σχετικό παραστατικό με τα εν λόγω στοιχεία και να αποστείλει αντίγραφο αυτού του παραστατικού ή τις σχετικές πληροφορίες στο εμπλεκόμενο μέρος.

Στην περίπτωση παραλαβής πωληθέντων αγαθών που επιστρέφονται από τον αγοραστή χωρίς να συνοδεύονται από παραστατικό διακίνησης, η παραλαμβάνουσα οντότητα δύναται, εναλλακτικά, να εκδώσει άμεσα πιστωτικό παραστατικό πώλησης.

Στις περιπτώσεις όπου κατά την παραλαβή αποθεμάτων διαπιστώνονται πλεονάσματα ή ελλείμματα σε σχέση με τις ποσότητες που αναφέρονται (κατά περίπτωση) στο παραστατικό διακίνησης ή στο τιμολόγιο πώλησης, η οντότητα καταχωρεί σε κατάλληλο αρχείο τα ορθά δεδομένα ή εκδίδει σχετικό παραστατικό.

Η οντότητα διαβιβάζει τις σχετικές πληροφορίες ή αποστέλλει αντίγραφο του εν λόγω παραστατικού στο εμπλεκόμενο μέρος για δική του ενημέρωση.

1.4 Αρχείο ιδιόκτητων αποθεμάτων

Ο προσδιορισμός της ποσότητας των αποθεμάτων που καταχωρείται στο αρχείο ιδιόκτητων αποθεμάτων δύναται να γίνεται με έμμεσες τεχνικές που είναι αξιόπιστες και κατάλληλα τεκμηριωμένες.

Τεκμηριωμένες είναι οι τεχνικές που είναι γενικά αποδεκτές στη διεθνή πρακτική. Στόχος είναι η επίτευξη εύλογης διασφάλισης αναφορικά με την προσδιοριζόμενη ποσότητα αποθεμάτων κατ’ είδος κατά την ημερομηνία του ισολογισμού, λαμβάνοντας υπόψη τις δυσχέρειες και το κόστος ακριβούς καταμέτρησης. Δηλαδή, επιδιώκεται η αξιοπιστία της μέτρησης της ποσότητας και ταυτόχρονα ο περιορισμός του κόστους και η υπέρβαση δυσχερειών.

Μια σημαντική παράμετρος που επηρεάζει την κρίση περί αξιοπιστίας των έμμεσων τεχνικών προσδιορισμού της ποσότητας των αποθεμάτων είναι το είδος των δικλίδων που χρησιμοποιεί η οντότητα για να παρακολουθεί και να ελέγχει τα παραλαμβανόμενα και αποστελλόμενα αποθέματα, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 5 των ΕΛΠ (πλήρης επωνυμία, ονοματεπώνυμο, ΑΦΜ, ποσότητα και είδος διακινούμενων αγαθών, ημερομηνία διακίνησης).

Παράδειγμα τέτοιας δικλίδας είναι η τήρηση, κατ’ επιλογή της οντότητας, αναλυτικού αρχείου ποσοτικής διακίνησης για εισερχόμενα ή / και αποστελλόμενα ή πωλούμενα αγαθά. Στην κρίση για την απαιτούμενη αξιοπιστία των έμμεσων τεχνικών λαμβάνεται υπόψη το κατά πόσο οι τεχνικές είναι καθιερωμένες στη διεθνή πρακτική. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνεται υπόψη η ιδιαίτερη φύση των αποθεμάτων (π.χ. καύσιμα, ζώντα ψάρια, ορυκτά αποθέματα) για τον προσδιορισμό κατάλληλων έμμεσων τεχνικών προσδιορισμού της ποσότητας αυτών.

Όταν, κατ’ απόλυτη επιλογή της οντότητας, τηρείται ηλεκτρονικό αρχείο ποσοτικής διακίνησης παραλαμβανόμενων και αποστελλομένων αγαθών, η διενέργεια φυσικής καταμέτρησης στο τέλος της περιόδου αναφοράς (ημερομηνία ισολογισμού) δύναται να αντικαθίσταται από τη λειτουργία αξιόπιστου συστήματος κυλιόμενων απογραφών για διαφορετικές κάθε φορά ομάδες αποθεμάτων στη διάρκεια της περιόδου, ώστε συνολικά να παρέχεται η απαιτούμενη διασφάλιση περί της αξιοπιστίας των ποσοτήτων των αποθεμάτων.

Ορισμένες έμμεσες τεχνικές παρακάμπτουν τον προσδιορισμό της ποσότητας των αποθεμάτων και προσδιορίζουν κατ’ ευθείαν την αξία του τελικού αποθέματος και του κόστους πωληθέντων, περίπτωση στην οποία δεν απαιτείται ποσοτική καταμέτρηση των αποθεμάτων. Άλλες τεχνικές χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της ποσότητας του τελικού αποθέματος, και ακολουθεί η επιμέτρηση ως ξεχωριστή διαδικασία.

1.4.1 Ενδεικτικά παραδείγματα έμμεσων τεχνικών

Η μέθοδος της λιανικής τιμής (retail method):

Η μέθοδος αυτή προσδιορίζει κατ’ ευθείαν την αξία του τελικού αποθέματος και του κόστους πωληθέντων, χωρίς να προσδιορίζει την ποσότητα του τελικού αποθέματος. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται, με διάφορες παραλλαγές, από επιχειρήσεις που εμπορεύονται μεγάλες ποσότητες ειδών που πωλούνται λιανικά με σχετικά σταθερά ποσοστά κέρδους επί της τιμής κτήσεως.

Η μέθοδος αυτή λειτουργεί σύμφωνα με το κατωτέρω γενικό παράδειγμα (ποσά σε ευρώ):

Κόστος Αξία Λιανικής
Αρχικό απόθεμα 100 130
Αγορές περιόδου 1.230 1.586,70
Σύνολο προς πώληση 1.330 1.716,70
Πωλήσεις περιόδου (σε τιμές λιανικής) -1.200
Απόθεμα τέλους σε τιμές λιανικής 516,70
Ποσοστό κέρδους λιανικής τιμής

[1-(1.330/1.716,70)]

0,2253
Απόθεμα τέλους σε κόστος κτήσης

[516,70*(1-0,2253)]

400,29

Σημειώσεις:

  • Στο ανωτέρω παράδειγμα, το αρχικό απόθεμα διαφέρει από τις αγορές ως προς τη σύνθεση – ποσοστό μικτού κέρδους.
  • Το ποσό του αρχικού αποθέματος και των αγορών της περιόδου σε αξίες λιανικής έχει προκύψει πολλαπλασιάζοντας το κόστος κτήσης με το ποσοστό μικτού κέρδους.

Χρήση στατιστικών μεθόδων προσδιορισμού της ποσότητας αποθεμάτων:

Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της ποσότητας των αποθεμάτων στο τέλος της περιόδου, σε περιπτώσεις που η μέθοδος της φυσικής καταμέτρησης είναι πρακτικά αδύνατη, όπως για παράδειγμα η μέτρηση της ποσότητας της ιχθυομάζας των ιχθυοτροφείων.

Με βάση την μέθοδο αυτή, η αρχική ποσότητα ιχθύων που τοποθετείται σε έναν κλωβό εκτροφής, μετατρέπεται σε κάθε ημερομηνία που επιδιώκεται απογραφή, σε ποσότητα και ιχθυομάζα, λαμβάνοντας υπόψη διάφορους παράγοντες, όπως τις επικρατούσες περιβαλλοντικές συνθήκες που επηρεάζουν την ανάπτυξη των ιχθύων, τις αναλωθείσες ιχθυοτροφές και τα ποσοστά θνησιμότητας. Τα αποτελέσματα της μεθόδου επαληθεύονται εκ των υστέρων κατά την συλλογή των ιχθύων (εξαλίευση).

Προσεγγιστικές τεχνικές σε παρεμφερή αποθέματα:

Σε περίπτωση αποθεμάτων παρεμφερούς είδους, μεγάλου αριθμού και μικρής διαφοράς αξίας ανά τεμάχιο μεταξύ τους, είναι δυνατόν η καταμέτρηση να γίνεται σε γενικές κατηγορίες και με τη χρήση μέσης τιμής, εφόσον δεν υπάρχει σημαντική επίπτωση στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις.

1.4.2 Αρχείο αποθεμάτων τρίτων

Η οντότητα υποχρεούται να παρακολουθεί κατ’ είδος και ποσότητα, διακεκριμένα κατά αποθηκευτικό χώρο, των αποθεμάτων τρίτων. Η διάταξη αναφέρεται σε εμπορεύσιμα αγαθά, δηλαδή δεν συμπεριλαμβάνει εγγυοδοσίες (επιστρεπτέα είδη συσκευασίας, παλέτες, κενές φιάλες, κ.λπ.). Η παρακολούθηση δύναται να γίνεται με οποιοδήποτε πρόσφορο τρόπο και να προκύπτει από οποιοδήποτε τηρούμενο αρχείο. Διευκρινίζεται ότι δεν απαιτείται φυσική καταμέτρηση των σχετικών αποθεμάτων.

Θεσπίζεται μόνο η υποχρέωση παρακολούθησης αυτών των αποθεμάτων, ώστε η οντότητα να δύναται να τεκμηριώνει τα αποθέματα αυτής της κατηγορίας που βρίσκονται στην κατοχή της (πχ. τηρώντας με τάξη και πληρότητα το σύνολο των λαμβανόμενων και εκδιδόμενων παραστατικών διακίνησης ή ενημερώνοντας επιπρόσθετα άλλα αρχεία).

1.5 Φυσική απογραφή αποθεμάτων

Με την παρ. 4 του άρθρου 4 των ΕΛΠ στο αρχείο ιδιόκτητων αποθεμάτων[1] καταχωρούνται:

α) Τα ποσοτικά δεδομένα της φυσικής απογραφής (σύντομη περιγραφή είδους, μονάδα μέτρησης και ποσότητα), κατά είδος και διακεκριμένα για κάθε αποθηκευτικό χώρο.

β) Η κατά μονάδα αξία επιμέτρησης, καθώς και η συνολική αξία επιμέτρησης του κάθε είδους.

γ) Ο προσδιορισμός της ποσότητας των αποθεμάτων δύναται να γίνεται με έμμεσες τεχνικές που είναι αξιόπιστες και κατάλληλα τεκμηριωμένες.

δ) Αναλώσιμα υλικά αγαθά που δεν είναι σημαντικά μπορούν να μην απογράφονται.

Η φυσική απογραφή είναι η διαδικασία που εκτελείται σε τακτά χρονικά διαστήματα με στόχο να γίνει φυσική καταμέτρηση των αποθεμάτων στους αποθηκευτικούς χώρους.

Οι οικονομικές μονάδες δύναται να πραγματοποιούν πραγματικές (φυσικές) απογραφές των αποθεμάτων τους τουλάχιστον μία φορά μέσα σε κάθε χρήση και μάλιστα στο τέλος αυτής. Κατά την απογραφή πρέπει να αναγνωρίζονται, να καταμετρούνται και να καταγράφονται όλα τα αποθέματα κατ’ είδος, ποιότητα και ποσότητα και να γίνεται η κατάταξη αυτών σε κατηγορίες που να αντιστοιχούν στους επιμέρους λογαριασμούς των αποθεμάτων.

Είδη που βρίσκονται σε τρίτους για πώληση, για ενέχυρο ή για άλλους λόγους, καταχωρούνται ιδιαίτερα στην απογραφή. Οι οικονομικές μονάδες που τηρούν τους λογαριασμούς αποθεμάτων κατά τη μέθοδο της διαρκούς απογραφής έχουν τη δυνατότητα, αντί να διενεργούν πραγματική απογραφή για όλα τα είδη κατά τη λήξη της χρήσεως, να εφαρμόζουν τη μέθοδο της περιοδικής απογραφής. Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, η απογραφή, για κάθε κατηγορία ειδών, γίνεται μέσα στη χρήση, αλλά σε καθορισμένους χρόνους που κρίνονται κατάλληλοι από την οικονομική μονάδα, με την προϋπόθεση ότι όλα τα είδη θα απογράφονται τουλάχιστον μία φορά μέσα στη χρήση.

Η αποτίμηση των ειδών που απογράφονται με τη μέθοδο της περιοδικής απογραφής γίνεται στο τέλος της χρήσεως, με βάση τις ποσότητες που προκύπτουν από τα λογιστικά δεδομένα της τελευταίας εργάσιμης ημέρας.

1.5.1 Σκοπός της απογραφής

Η επίτευξη του προφανή σκοπού της απογραφής, δηλ. της καταμέτρησης των αποθεμάτων, ποικίλει ανάλογα με το μέγεθος και της ανάγκες της επιχείρησης. Η τιμολόγηση, οι παραγγελίες στους προμηθευτές, ο προγραμματισμός της παραγωγής και άλλες λειτουργίες μιας επιχείρησης προϋποθέτουν μια «κατάσταση απογραφής» που μαζί με άλλες πληροφορίες πρέπει να περιλαμβάνει την ονομασία και την ποσότητα όλων των εμπορεύσιμων ειδών μιας επιχείρησης.

Αυτή η κατάσταση είναι καθοριστική κατά την ημερομηνία κλεισίματος ισολογισμού, αφού είναι απαραίτητη η καταγραφή και ο ακριβής υπολογισμός της ποσότητας και της αξίας των αποθεμάτων στο τέλος της περιόδου. Υπάρχει δηλαδή η ανάγκη για την αποτίμηση των αποθεμάτων, τα οποία αποτελούν περιουσιακό στοιχείο της επιχείρησης, κατά την ημερομηνία κλεισίματος ισολογισμού και επομένως πρέπει να καταγραφεί με σαφήνεια, ορθότητα και ανάλυση κατά είδος, μια κατάσταση με τα είδη που βρίσκονται σε όλους τους αποθηκευτικούς χώρους μιας επιχείρησης κατά την ημερομηνία αυτή. Η ορθότητα της αναλυτικής απογραφής είναι απαραίτητη όχι μόνο για τον ακριβή προσδιορισμό των κερδών–ζημιών της χρήσης, αλλά και για την κοστολόγηση των αποθεμάτων της κατά είδος ή ανά κατηγορία ειδών.

[1] Βλ. θ.1.4.